σάραβος

ὁ, Α
(κατά τον Ησύχ.) το γυναικείο αιδοίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τον τ. σάρων*, αβέβαιης ετυμολ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάραβος — pudenda muliebria masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαράβου — σάραβος pudenda muliebria masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάραβον — σάραβος pudenda muliebria masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάρων — Μυθικός βασιλιάς της Τροιζήνας που έχτισε στην παραλία της Φοιβαίας λίμνης ιερό προς τιμή της Σαρωνίας Αρτέμιδας. Οι Τροιζήνιοι γιόρταζαν εκεί κάθε χρόνο τα Σαρώνεια. Σύμφωνα με το μύθο, ο Σ., κυνηγώντας ένα ελάφι, μπήκε μέσα στη θάλασσα και… …   Dictionary of Greek

  • όλισβος — ὄλισβος, ὁ (Α) δερμάτινο ομοίωμα πέους. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. σχηματισμένη από το θ. τών ὀλισθάνω, ὄλισθος, κατ επίδραση τού επιθήματος βος (πρβλ. σάραβος). Κατ άλλη άποψη, η λ. θεωρείται δάνειο από τη Μικρά Ασία και συνδέεται με τη γλώσσα τού Ησύχ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.